μηχανή


μηχανή
(осадное) орудие, машина

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "μηχανή" в других словарях:

  • μηχανή — contrivance fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηχανή — I Με γενική έννοια μ. είναι κάθε διάταξη κατάλληλη να εκμεταλλεύεται μια ορισμένη μορφή ενέργειας για να επιτελέσει ένα έργο ή για να τη μετατρέψει σε μια άλλη μορφή ενέργειας. Οι μ. που συνήθως ονομάζονται απλές (μοχλός, σκοινί, κεκλιμένο… …   Dictionary of Greek

  • μηχανή — η 1. κάθε συσκευή που εξυπηρετεί τον άνθρωπο στη δουλειά του, κάθε συσκευή που μετασχηματίζει μια ενέργεια σε άλλη μορφή: Ξυριστική μηχανή. 2. «η κρατική μηχανή», το σύνολο των κρατικών υπηρεσιών. 3. μτφ., τέχνασμα, σκευωρία, κόλπο: Μου έστησε… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μηχανῇ — μηχανάομαι make by art pres subj mp 2nd sg (doric) μηχανάομαι make by art pres ind mp 2nd sg (doric) μηχανάομαι make by art pres subj mp 2nd sg (epic ionic) μηχανάομαι make by art pres ind mp 2nd sg (epic ionic) μηχανῆι , μηχανεύς contriver masc… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηχανή — [михани] ουσ. Θ. машина, механизм …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • Μηχανῆ — Μηχανεύς contriver masc nom/voc/acc dual Μηχανεύς contriver masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηχανῆ — μηχανεύς contriver masc nom/voc/acc dual μηχανεύς contriver masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Μηχανῇ — Μηχανῆι , Μηχανεύς contriver masc dat sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μηχανή εσωτερικής καύσης — Μηχανή μετατροπής θερμότητας, η οποία παράγεται από καύση που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της, σε έργο. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ταξινόμησης των μ.ε.κ. με βάση το καύσιμο που χρησιμοποιούν, τον αριθμό και τη γεωμετρία των κυλίνδρων, τον τύπο και… …   Dictionary of Greek

  • διατρητική μηχανή — Μηχανή για τη διάτρηση χωμάτων, βράχων, τοίχων κλπ. Ανάλογα με τη μέθοδο διάτρησης διαιρούνται σε κρουστικές και σε περιστροφικές δ.μ. Αντίθετα, αναφορικά με την πηγή ενέργειάς τους, διαιρούνται σε δ.μ. πεπιεσμένου αέρα, νερού υπό πίεση και σε… …   Dictionary of Greek

  • αερόψυκτη μηχανή — Μηχανή εσωτερικής καύσης, που ψύχεται με αέρα κατά την ώρα της λειτουργίας της. Ο κύλινδρος της α.μ. είναι κατασκευασμένος με πολλές πτυχές και εξωτερικά αυλάκια για να έχει μεγάλη ψυχόμενη επιφάνεια. Μέσα από τις πτυχές και τα αυλάκια κυκλοφορεί …   Dictionary of Greek